γεννητικός

γενν-ητικός, ή, όν,
A generative, productive,

ἡ πρᾶξις ἡ γ. Arist.HA539b21

;

ψυχὴ γ. Id.de An.416b25

: c. gen., generative or productive of . . ,

τινός Epicur.Ep.1p.11U.

, Arist.GA726b21, etc.;

ὕλην σπέρματος -κήν Epicur.Nat.Herc.908.1

.
2 of men or animals, able to procreate, Arist.HA544b26, de An.432b24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεννητικός — generative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικός — ή, ό (AM) γεννητικός, ή, όν) 1. αυτός που μπορεί να γεννήσει ή να παραγάγει κάτι 2. (ειδικά για την αναπαραγωγή τού είδους) αυτός που έχει τη δυνατότητα αναπαραγωγής («γεννητικά όργανα, μόρια», ἄρχεται δὲ φέρειν τὸ σπέρμα περὶ τὰ δὶς ἑπτὰ ἔτη,… …   Dictionary of Greek

  • γεννητικός — ή, ό αυτός που χρησιμεύει στην αναπαραγωγή: Τον κλώτσησε στα γεννητικά του όργανα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεννητικά — γεννητικός generative neut nom/voc/acc pl γεννητικά̱ , γεννητικός generative fem nom/voc/acc dual γεννητικά̱ , γεννητικός generative fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικώτερον — γεννητικός generative adverbial comp γεννητικός generative masc acc comp sg γεννητικός generative neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικῶν — γεννητικός generative fem gen pl γεννητικός generative masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικόν — γεννητικός generative masc acc sg γεννητικός generative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικώτατον — γεννητικός generative masc acc superl sg γεννητικός generative neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικαῖς — γεννητικός generative fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικαί — γεννητικός generative fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννητικοῖς — γεννητικός generative masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.